Γράφει ο Κώστας Σαββόπουλος
Κυκλοφόρησε το Shit City λοιπόν, ο πρώτος δίσκος από τους Downtown.
Μέχρι στιγμής έχω γουστάρει πολύ ό,τι έχουν βγάλει. Επιθετικά beats, νευρικά και γρήγορα deliveries, νομίζω πως το Shit City αποτελεί τελικά ένα
σταθερό πρώτο βήμα στη μελλοντική πορεία τους. Παρόλα αυτά, θεωρώ – και μην στραβώσετε γι’αυτό- πως δεν ήταν τόσο καλό όσο τα singles τους, τα οποία θεωρώ σχεδόν αριστουργήματα. Αλλά οκ, ο καθένας έχει την γνώμη
του.

Ο δίσκος είναι κατεξοχήν urban, δηλαδή μπλεγμένος στον αστικό ιστό, στα όλα του. Είτε μιλάμε για τους τίτλους των τραγουδιών όπου δανείζονται τα ονόματα διαφόρων πόλεων της Ευρώπης ( όχι μόνο, φεύγουμε και προς Κούβα για λίγο αλλά έχουμε και Βαλκάνια), οι στίχοι είναι τόσο γρήγοροι που τις περισσότερες φορές προσομοιάζουν στο παρανοϊκό μοτίβο ζωής στις μεγαλουπόλεις. Εξάλλου, το 2020, στις μεγαλουπόλεις του ύστερου
καπιταλισμού είναι όλα γρήγορα.
Γρήγορη ζωή, που επιταχύνεται στο τέλος της από τις καταχρήσεις, γρήγορη ( και κακοπληρωμένη ή και απλήρωτη) επισφαλής εργασία, γρήγορος έρωτας και ανθρώπινες σχέσεις γιατί οι άνθρωποι έχουν μάθει ότι τίποτα δεν κρατάει για πάντα πλέον ( όλα έχουν μια προκαθορισμένη ημερομηνία λήξης και πολλές φορές φτάνουν στο τέλος τους πιο γρήγορα από την αναγραφόμενη ημερομηνία) και γρήγορη κυκλοφορία, κάτω από τα άγρυπνα βλέμματα των πραιτωριανών που πλέον
παρακολουθούν κάθε πτυχή της ζωής μας, ιδιωτική και δημόσια.
Η πόλη, το αστικό τοπίο εδώ, που είναι και το θέμα του δίσκου, παρουσιάζεται σαν ένας χώρος συνεχούς μαρτυρίου. Δεν αρέσει σε κανέναν, γιατί είναι σκατένια αλλά ταυτόχρονα είναι και μια αναγκαιότητα. Το 2020 δεν υπάρχει κάποιο άλλο μέρος για να ζει κανείς, πέρα από την Μεγαλούπολη. Η δουλειά, ή έστω η υπόσχεση της, η καθημερινότητα, η
κοινωνικότητα, όλα αυτά συμβαίνουν πλέον μόνο μέσα στην Μεγαλούπολη.
Ταυτόχρονα, το άγχος, η μιζέρια, η κατάθλιψη ακόμα και ο θάνατος βρίσκονται και αυτά στην Μεγαλούπολη. Το τι τελικά καταλήγει να κυριαρχεί είναι εμφανές από τον δίσκο. Οπότε η Μεγαλούπολη είναι ταυτόχρονα η Γη της Επαγγελίας αλλά και ο τόπος του μαρτυρίου. Τα
πλήθη συρρέουν προς τις Μεγαλουπόλεις του Μέλλοντος, αναζητώντας ευκαιρία. Καταλήγουν να παίρνουν κάτι πολύ χειρότερο όμως.
-Σου έχει πει ποτέ κανείς ότι το τσιγάρο προκαλεί καρκίνο;
-Ε ναι
-Μάλιστα. Και τι κάνεις γι’αυτό;
-Υπομονή.
Ένα ακόμα θέμα που εμφανίζεται συνεχώς είναι το άγχος του Χρέους. Χρέος προς ποιον όμως και γιατί. Η φιγούρα του χρεωμένου εργάτη κυριαρχεί. Από δουλειά σε “δουλειά”, από το σερβίρισμα τραπεζιών στο hustling, μαζεύοντας ψίχουλα, τα οποία ποτέ δεν είναι αρκετά. Αρκούν μόνο για τα βασικά. Κυριαρχεί η ιδέα πως δεν ζούμε απλώς επιβιώνουμε. Αυτή είναι και η εικόνα της σύγχρονης εργατικής τάξης που αποδίδεται πολύ σκληρά και
βιωματικά στους Downtown.
Αν ο Λεξ με το ΤΚΠ και το 2ΧΧΧ ήταν ο προφήτης της Δυστοπίας που έβλεπε το Μέλλον να έρχεται τότε οι Downtown γράφουν από την Μετά-Προφήτη εποχή, όπου το Μέλλον έφτασε και είναι σκατένιο. Από όλα τα “πνευματικά παιδιά” του Λεξ, νομίζω ότι το παρεάκι των Nume, Χιτσκοκ, Αzazel και Μακελειό προσπαθούν να προχωρήσουν το βίωμα του “σέρνω το κουφάρι μου στις μεγαλουπόλεις” ένα βήμα παραπέρα. Μπορεί να μην πετυχαίνει τέλεια, προς το παρόν, αλλά είναι σταθερό και νομίζω ότι μόνο καλύτερα μπορεί να πάει.

Νομίζω πως περισσότερο απ’όλα αυτό που έχουμε είναι η εξιστόρηση της σύγχρονης φιγούρας του εργάτη. Ο εργάτης που έχει αποκτήσει την απαιτούμενη συνείδηση, έχει μάθει δηλαδή για το μίσος απέναντι στα αφεντικά, τους μπάτσους και τους φασιστές αλλά ταυτόχρονα δεν μπορεί να αποφύγει την παράνοια που καιροφυλακτεί. Καιροφυλακτεί στις σκατένιες σχέσεις εργασίας, στα σκατένια μυαλά που κουβαλάνε οι ένστολοι δολοφόνοι, στα σκατένια ναρκωτικά, στα σκατένια ξύδια και στον τελικά, σκατένιο τρόπο ζωής ο οποίος παρουσιάζεται ως “κανονικότητα”.
Και αυτή η παράνοια ακριβώς είναι που τοποθετεί τους Downtown στην γκρι αχαρτογράφητη περιοχή μεταξύ προλετάριου και λούμπεν. Όπως
ο σχιζοφρενικός νους μπαλατζάρει συνεχώς μεταξύ των δύο ημισφαιρίων του εγκεφάλου, έτσι και ο σχιζοφρενικός προλετάριος ακροβατεί μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας.
Μεταξύ μαρτυρίου και ευχαρίστησης, στο διπλό πεδίο της Μεγαλούπολης, όπου πάνω απ’όλα κυριαρχεί η παράνοια.
