«Η Εταιρική Αμερική, της οποίας το ΝΒΑ αποτελεί μέρος», είχε πει κάποτε ο Spike Lee, «αγαπά τα δημογραφικά στοιχεία και τους αριθμούς που αντιπροσωπεύει το Hip Hop. Όμως αυτό συνεπάγεται ένα βαρύ φορτίο. Όπως όταν ο Nelly γίνεται συν-ιδιοκτήτης των Bobcats. Οπότε τώρα έχουμε έναν ιδιοκτήτη του ΝΒΑ που εγκρίνει ένα ποτό με την ονομασία Pimp Juice; Λυπάμαι, αλλά τίποτα σχετικό με τον προαγωγό δεν πρέπει να θεοποείται».
Αυτή η ρήση του διάσημου αμερικανού σκηνοθέτη και ενός από τους μεγαλύτερους φαν των Knicks και του ΝΒΑ, συνόψιζε με τον πιο γλαφυρό τρόπο το γρίφο του κορυφαίου πρωταθλήματος στον κόσμο εκείνη την εποχή: πώς δηλαδή ένας καταξιωμένος ράπερ φτάνει στο σημείο να γίνεται συν-ιδιοκτήτης ενός franchise προωθώντας ενεργειακά ποτά των οποίων το brand name παραπέμπει στη μαστροπεία.
Το παράδειγμα αυτό ωστόσο αποτελεί μόνο μία από τις δεκάδες πτυχές της διαχρονικής εξέλιξης του ΝΒΑ και της προσαρμογής του στο DNA της hip hop κουλτούρας. Και αυτές θα προσπαθήσουμε να καταγράψουμε στο παρόν άρθρο.
Μπάσκετ και Hip Hop: Δύο έννοιες άρρηκτα συνυφασμένες
Από τα μέσα της δεκαετίας του 1850, η αγαπημένη ενασχόληση των Αμερικανών ήταν αναμφισβήτητα το μπέιζμπολ. Η φρενίτιδα που είχε καταλάβει τότε τη μητροπολιτική περιοχή της Νέας Υόρκης είχε αναγκάσει τις τοπικές εφημερίδες της εποχής να χαρακτηρίσουν το μπείζμπολ ως «εθνικό χόμπι» και «εθνικό σπορ». Μάλιστα, περίπου μισό αιώνα αργότερα, το άθλημα πήρε μέχρι και «θρησκευτικές» διαστάσεις με τον επιφανή αμερικανό φιλόσοφο και νομικό, Morris Raphael Cohen, να περιγράφει στα κείμενά του το μπέιζμπολ ως την «εθνική θρησκεία της Αμερικής».
Όλα αυτά βέβαια συνέβαιναν μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’80, αφού έκτοτε τα πράγματα άλλαξαν. Μολονότι αθλήματα όπως το μπέιζμπολ ή το ράγκμπι εξακολουθούσαν να έχουν μεγάλη δημοτικότητα στο αμερικανικό κοινό, υπήρχαν δύο μορφές ψυχαγωγίας που έσπαγαν το φράγμα του είδους τους δημιουργώντας ένα πολιτιστικό πάντρεμα το οποίο έβρισκε απήχηση τόσο στη νεολαία όσο και στις μεγαλύτερες ηλικίες: το μπάσκετ και το Hip Hop. Τα τελευταία τουλάχιστον 20 χρόνια, οι δύο αυτές μορφές ψυχαγωγίας ήταν κάτι περισσότερο από ένα απλό άθλημα ή μια απλή μουσική. Ήταν κουλτούρα. Το μπάσκετ ήταν ανέκαθεν στενά συνδεδεμένο με την hip hop κουλτούρα, και αντίστροφα. Όπως εξηγούσε παλαιότερα ο Nelly:
«Το παλιό street basketball στο Rucker Park επηρέασε το Hip Hop γιατί ο λεονταρισμός των παικτών ήταν αυτός που έκανε τους ανθρώπους να βγουν μπροστά. Οι πραγματικοί παίκτες φορούσαν φόρμες Adidas και shell toes πριν ακόμα τα λανσάρουν οι Run-DMC. Μετά οι Run-DMC έφεραν αυτό το στυλ στο Hip Hop και στην εθνική σκηνή».

Η πρώτη σύνδεση του μπάσκετ με τη hip hop κοινότητα έχει τις ρίζες της πίσω στο 1979, όταν ο Big Bank Hank των Sugarhill Gang υπερηφανευόταν μέσω του κομματιού «Rapper’s Delight» ότι αγόρασε μια έγχρωμη τηλεόραση για να παρακολουθεί τους αγώνες των New York Knicks.
“I got a color TV so I can see the Knicks play basketball”.
Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’70, οι Knicks είχαν κατακτήσει ήδη τα δύο μοναδικά πρωταθλήματα στην ιστορία τους (1970, 1973) και αποτελούσαν μια από τις πιο δυνατές ομάδες του ΝΒΑ, έχοντας στη σύνθεσή τους παίκτες τεράστιας κλάσης όπως ο Willis Reed, o Walt Frazier και ο Phil Jackson.
Παράλληλα, το 1979, έκαναν το ντεμπούτο τους στη Λίγκα δύο εμβληματικές προσωπικότητες του ΝΒΑ που άλλαξαν ριζικά τον τρόπο με τον οποίο τους εκλάμβαναν ως αθλητές οι φίλαθλοι και οι πολυεθνικοί κολοσσοί. Ο Larry Bird και ο Magic Johnson δεν ήταν μόνο ηγέτες των ομάδων τους μέσα στο παρκέ, αλλά και πραγματικοί superstars που μπορούσαν να σταθούν επάξια δίπλα στην ελίτ του Χόλιγουντ με όρους διασημότητας και «κακοφημίας».
Στα μέσα προς τέλη της δεκαετίας του ’80, με την εμφάνιση θρύλων του αθλήματος όπως ο Michael Jordan και ο Charles Barkley, άρχισε και η περίοδος ευημερίας του Hip Hop που για περισσότερα από 10 χρόνια παρέμενε σε underground επίπεδα. Πλέον, από το 1984 και μετά, ήταν αδύνατο πριν από κάθε επίσημο παιχνίδι του ΝΒΑ να μην ακουστεί το θρυλικό «Basketball» του Kurtis Blow με τις αναφορές στον Dr. J και τον Moses Malone.
“Just like I’m the king on the microphone
So is Dr. J and Moses Malone”.
Λίγα χρόνια αργότερα, το 1988, κυκλοφόρησε το «Rebel Without A Pause» των εμβληματικών Public Enemy, ένα εκρηκτικό κομμάτι στο οποίο το συγκρότημα έκανε ειδική μνεία στην τρομακτική ικανότητα του Barkley να καρφώνει στο αντίπαλο καλάθι.
“I’ll throw it down your throat like Barkley”.
Την ίδια εποχή, έκαναν την εμφάνισή τους μερικά από τα πιο ιστορικά συγκροτήματα του χώρου που μπόλιασαν το ΝΒΑ με rap-rock στοιχεία όπως οι Run-DMC, οι N.W.A. και οι Beastie Boys. Έτσι, οι NBAers ντύνονταν έξω από το γήπεδο σαν ράπερ και οι ράπερ άρχιζαν να φορούν Jordans και άλλα επώνυμα μπασκετικά παπούτσια. Από τις αρχές τις δεκαετίας του ’90 και μετά, η σύνδεση μεταξύ Hip Hop και NBA ενισχύθηκε ακόμα περισσότερο. Εκείνη την εποχή, υπήρχαν οι περίφημοι «Fab Five» της κολεγιακής ομάδας, Michigan Wolverines, οι οποίοι για πρώτη φορά υιοθέτησαν προσωπικότητες παρόμοιες με τους ράπερ, φορώντας χαλαρά φαρδιά σορτς και μαύρες κάλτσες. Λέγεται μάλιστα ότι οι «Fab Five», η περίπτωση των οποίων έγινε ντοκιμαντέρ από το ESPN με τον ομώνυμο τίτλο το 2011, τραγουδούσαν ύστερα από κάθε τάιμ άουτ την επιτυχία Gotta Let Your Nuts Hang των Geto Boys.

NBA Rappers: Από τον Shaquille O’ Neal και τον Kobe Bryant στον Allen Iverson και τον Damian Lillard
Όταν ο 20χρονος τότε Shaquille O’ Neal έγινε η No.1 επιλογή των Orlando Magic στα Draft του 1992, ήταν πια προφανές ότι το Hip Hop όχι μόνο θα επηρέαζε ολοκληρωτικά το προφίλ του κορυφαίου πρωταθλήματος στον πλανήτη, αλλά θα ωθούσε μοιραία ακόμα και τους ίδιους τους παίκτες στο παιχνίδι της ραπ.
Με ύψος 2,15 εκ., ο «Diesel» ήταν εκτός από τεράστιος παίκτης και μια τεράστια προσωπικότητα που ήδη είχε εντυπωσιάσει τους φανς του κατά τη θητεία του στο LSU. Καταμεσής της rookie του σεζόν στους Magic, έκανε την πρώτη του απόπειρα στη ραπ όταν εμφανίστηκε στη late-night εκπομπή «The Arsenio Hall Show» ραπάροντας μαζί με τους Fu-Schnickens. Το flow του μάλιστα, ήταν τέτοιο που έδινε την εντύπωση πως το είχε εξασκήσει πολλά χρόνια πριν μπει στο rap game. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι σε πρόσφατή του συνέντευξη στο περιοδικό «SLAM», δήλωσε ότι ράπαρε από 8 χρονών έχοντας επηρεαστεί από τον Will Smith και τον Big Daddy Kane.
Μετά την επιτυχημένη του εμφάνιση στο «Arsenio Hall Show», ο Shaq υπέγραψε συμβόλαιο με την Jive Records, και το 1993 κυκλοφόρησε το πρώτο του άλμπουμ με τίτλο «Shaq Diesel». Στην παραγωγή του δίσκου συμμετείχαν τεράστια ονόματα της hip hop δισκογραφίας όπως οι Ali Shaheed Muhammad και Phife Dawg των A Tribe Called Quest, ο Erick Sermon των EPMD, ο Meech Wells, γνωστός για τις παραγωγές του με τον Snoop Dogg κ.α.
Την αμέσως επόμενη χρονιά, ο «Big Aristotle» κυκλοφόρησε και το δεύτερο studio άλμπουμ του με άρωμα G-Funk, το «Shaq Fu: Da Return», σε παραγωγή του Erick Sermon με τη συμμετοχή κορυφαίων ράπερ όπως ο Method Man, ο Redman, ο RZA και ο Warren G. Μερικά χρόνια αργότερα, ο χαρισματικός σέντερ των Lakers πια θα κυκλοφορήσει άλλα δύο άλμπουμ: το «You Can’t Stop The Reign» (1996) και το «Respect» (1998). Κανένα από αυτά όμως δεν άσκησε την επιρροή του πρώτου του άλμπουμ.
Έκτοτε, ο Shaq συμμετείχε σε δεκάδες singles και soundtracks με πιο χαρακτηριστικό το «Men of Steel» μαζί με τους Ice Cube, B-Real, KRS-One και Peter Gunz.
Την σκυτάλη από τον Shaquille O’ Neal πήραν αρκετοί παίκτες-θρύλοι του ΝΒΑ οι οποίοι, συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου, συμμετείχαν το 1994 σε ένα compilation άλμπουμ της Epic Records που περιελάμβανε συνεργασίες με γνωστούς hip hop καλλιτέχνες. Σε αυτό, παρήλαυναν ονόματα όπως αυτά του Gary Payton, του Jason Kidd και του Dana Barros, ενώ σε δύο κομμάτια του δίσκου συμμετείχε ο μεξικανός forward των Suns που κάρφωσε με δεμένα τα μάτια του στο διαγωνισμό καρφωμάτων του 1992, Cedric Ceballos.
Στα τέλη της δεκαετίας του ’90, έκανε την εμφάνισή του στο rap game και ο αλησμόνητος θρύλος του ΝΒΑ, Kobe Bryant. Σύμφωνα με ένα παλαιότερο δημοσίευμα του αθλητικού blog «Grantland», ο Kobe είχε συναντήσει ένα παιδί ονόματι Anthony Bannister, ο οποίος με τη σειρά του τον σύστησε στον Kevin «Sandman» Sanchez. Ο Sanchez θεωρείτο ο καλύτερος ράπερ του σχολείου και μαζί με άλλους δύο MC’s, τον Broady Boy και τον Jester, δημιούργησαν αμέσως το ραπ συγκρότημα CHEIZAW. Η μπάντα παρέμεινε μέχρι και το λύκειο, ώσπου κάποια στιγμή ακούγοντας τον Kobe σε μία studio ηχογράφηση, η Sony πρότεινε στο γκρουπ να υπογράψει δισκογραφικό συμβόλαιο. Ο «Black Mamba» διένυε τότε τη δεύτερή του σεζόν με τους Lakers και οι επιδόσεις του ήταν εντυπωσιακές για ένα παιδί μόλις 20 ετών.
Το πρώτο κομμάτι που κυκλοφόρησε ο Kobe ήταν ένα remix του τραγουδιού του Brian McKnight με τίτλο «Hold Me», το οποίο έφτασε μέχρι το Νο.35 του Billboard Hot 100 Chart. Μετά την επιτυχία του κομματιού, η Sony πίεζε τους CHEIZAW να κυκλοφορήσουν το πρώτο τους άλμπουμ κάνοντας στροφή σε πιο pop ακούσματα, κάτι που όμως οδήγησε στη διάλυση του συγκροτήματος. Στη συνέχεια, ο Kobe εμφανίστηκε σε ένα ακόμα remix, αυτό το «Say My Name» των Destiny’s Child, ενώ τον Ιανουάριο του 2000 κυκλοφόρησε μαζί με το supermodel, Tyra Banks, το single «K.O.B.E.», το οποίο και παρουσίασαν στο ΝΒΑ All-Star Weekend με μια live εμφάνιση που έκανε πάταγο.
Η ραπ καριέρα του Kobe μπορεί να μην ήταν το ίδιο επιτυχημένη και κερδοφόρα με εκείνη του Shaq, ωστόσο αυτό δεν τους εμπόδισε να κατακτήσουν μαζί τρία συνεχόμενα δαχτυλίδια με τους Lakers.
Στις αρχές του 2000, το gangsta rap είχε διεισδύσει για τα καλά στην αμερικανική ραπ βιομηχανία. Οι χρυσές αλυσίδες, οι μπαντάνες, τα φαρδιά παντελόνια και τα πελώρια t-shirt αποτελούσαν το σήμα κατατεθέν για τη ραπ μουσική, με αποτέλεσμα αρκετοί παίκτες να υιοθετήσουν αυτό το ύφος. Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση αθλητή που αμφισβήτησε την εθιμοτυπία του πρωταθλήματος και έκανε μόδα το αντισυμβατικό του στυλ, ήταν ο Allen Iverson.

Αν για τους περισσότερους φαν του αθλήματος ο «The Answer» ήταν ένα πρότυπο προς μίμηση, για τον τότε κομισάριο του ΝΒΑ, David Stern, δεν αποτελούσε παρά ένα παράδειγμα προς αποφυγή. Την περίοδο της offseason, ο εμβληματικός playmaker των Sixers έκανε την πρώτη του απόπειρα στη ραπ με το ψευδώνυμο «Jewelz» κυκλοφορώντας το πρώτο του single «40 Bars». Το τραγούδι τράβηξε αμέσως την προσοχή του Stern με τον ίδιο να χαρακτηρίζει τους στίχους του «χυδαίους, επιθετικούς και αντικοινωνικούς». Μάλιστα ο Stern, απείλησε τον Iverson ακόμα και με οριστική αποβολή από το πρωτάθλημα, με αποτέλεσμα ο A.I. να μην καταφέρει ποτέ να φέρει σε πέρας την πρώτη του δισκογραφική δουλειά.
Ένα σχόλιο του θρυλικού προπονητή, Phil Jackson, το 2005, για τις στυλιστικές επιλογές των παικτών ανάγκασε τη διοργανώτρια αρχή να επιβάλει ένα συγκεκριμένο dress code. Καπέλα, φαρδιά t-shirt, γυαλιά ηλίου, χρυσές καδένες και άλλα αντικείμενα συναφή με την hip hop κουλτούρα απαγορεύτηκαν. Ωστόσο, αν ο Iverson αγωνιζόταν σήμερα στο ΝΒΑ, σίγουρα η προσωπικότητά του θα είχε γίνει αποδεκτή, αφού πολλοί αστέρες του πρωταθλήματος δίνουν έμφαση στην στυλιστική τους εμφάνιση και τη μουσική που παράγουν.
«Είναι τιμή για μένα να θεωρούμαι ο τύπος που έκανε OK το hip hop στυλ στο ΝΒΑ γιατί για ένα διάστημα το να έχεις μια hip hop εμφάνιση ήταν κακό πράγμα», εξηγούσε ο Iverson. «Τύποι με ράστα, φαρδιά παντελόνια και tattoo θεωρούνταν πάντοτε ύποπτα. Τώρα βλέπεις αστυνομικούς να φοράνε φαρδιά jeans όταν είναι εκτός υπηρεσίας. Αλλά το να ντύνεσαι hip hop, είναι δήλωση μόδας. Είναι απλά ο τρόπος που φαίνεσαι. […] Δεν σκέφτηκα ποτέ ούτε δευτερόλεπτο να συμμορφωθώ. Είμαι εγώ. Είμαι ευχαριστημένος με αυτό που είμαι και με αυτό που υποστηρίζω».
Παρόλ’ αυτά, στα μέσα προς τέλη της δεκαετίας του 2000, ένας ακόμα star του ΝΒΑ που δεν πτοήθηκε από τους σκληρούς κανονισμούς του πρωταθλήματος και δοκίμασε τις ικανότητές του στο ραπ, ήταν ο άσος των San Antonio Spurs και νυν ιδιοκτήτης της Βιλερμπάν, Tony Parker.
Ο «ΤεΠε», όπως ήταν το παρατσούκλι του, κυκλοφόρησε το 2007 το άλμπουμ «TP», μια εξαιρετική δισκογραφική δουλειά με καθαρά γαλλικό στίχο, άρτιο flow και συνεργασία-έκπληξη με τον ηθοποιό και τραγουδιστή, Jamie Foxx. Παράλληλα, κυκλοφόρησε σε συνεργασία με τον Fabolous και το Γάλλο ράπερ, Booba, το «Top of the Game», στο κλιπ του οποίου συμμετείχαν οι συμπαίκτες του στους Spurs, Tim Duncan, Robert Horry, Brent Barry και Nazr Mohammed.
Με τη ραπ μουσική είχε ασχοληθεί και ο τότε ηγέτης των Sacramento Kings, Ron Artest (a.k.a. Metta World Peace, Metta Sandiford-Artest) κυκλοφορώντας το 2006 το άλμπουμ «My World», χωρίς ωστόσο κάποια ιδιαίτερη επιτυχία.
Ύστερα από αρκετά χρόνια ξηρασίας, οι NBA rappers επανήλθαν στο προσκήνιο το 2012 με την παλιά καραβάνα του ΝΒΑ, Stephen Jackson, να δίνει το έναυσμα για τη νέα γενιά των new-school ράπερ του πρωταθλήματος. Με το καλλιτεχνικό όνομα, Stak5, ο πρώην guard/forward των Spurs, Warriors -και άλλων έξι ακόμη ομάδων του ΝΒΑ- κυκλοφόρησε το mixtape «What’s a Lockout?», που φιλοξενήθηκε από τον DJ Scream της Maybach Music Group με αξιόλογες συνεργασίες όπως αυτή του θρύλου του Hip Hop, Scarface.
Ανάμεσα στους new-school NBA ράπερ που θα μπορούσαν εύκολα να αφήσουν το αποτύπωμά τους στη ραπ βιομηχανία, συναντάμε τον τρεις φορές καλύτερο έκτο παίκτη της Λίγκας ή αλλιώς τον «Meek Mill του NBA», Lou Williams, τον πρώην guard των Celtics, Marquis Daniels (a.k.a. Q6), τον «Big Penguin» των Pistons, Andre Drummond (a.k.a. Dre Drumm), τον πρώην shooting guard των Knicks, κορυφαίο freestyler και «hater» του Kendrick Lamar, Iman Shumpert, το νεαρό storyteller των Kings, Marvin Bagley, το φιλόδοξο trapper, Lonzo Ball, και φυσικά τον superstar των Trailblazers με τις ήδη τρεις δισκογραφικές δουλειές και το δικό του label, Damian Lillard (a.k.a. Dame D.O.L.L.A.).
Οι δύο τελευταίοι μάλιστα, έχουν κυκλοφορήσει και εκατέρωθεν diss-tracks με στόχο το θρόνο του καλύτερου ΝΒΑ rapper, το «Checkmate» και το «MARVINNNNNN???», με τον Dame D.O.L.L.A. ωστόσο, να θεωρείται για πολλούς μακράν ο κορυφαίος του κύκλου των ομοτέχνων του.
«Υπάρχει μόνο ένας [NBAer] που ραπάρει [αυτή την στιγμή] και αυτός είναι ο Dame Lillard», παραδέχεται ο Erick Sermon. […] «Είναι ο μοναδικός που το παίρνει στα σοβαρά, που γνωρίζω».
Ως αξιοσημείωτη αναφορά, θα μπορούσαμε να αναφέρουμε την απρογραμμάτιστη ραπ συνεργασία του LeBron James με τον Kevin Durant στο κομμάτι «It Ain’t Easy», μια συνεργασία που πολλοί φαν προσδοκούσαν να εξελιχθεί σε κάτι πολύ μεγαλύτερο αλλά τελικά αποδείχθηκε απλά ένα εφήμερο πυροτέχνημα που έβαλε μάνατζερς και παραγωγούς σε μπελάδες.
Rappers ιδιοκτήτες, ιδρυτές και παγκόσμιοι πρεσβευτές
«Ορκίζομαι ότι τα σπορ και η μουσική είναι τόσο συνώνυμα, γιατί θέλουμε να είμαστε αυτά, και αυτά θέλουν να είμαστε εμείς», έλεγε στο ομώνυμο κομμάτι του πρώτου άλμπουμ ο Drake.
Πράγματι, η αναφορά αυτή του καναδού ράπερ δεν συμπυκνώνει μόνο την αμφίδρομη σχέση μεταξύ σπορ και μουσικής. Μαρτυρεί και κάτι βαθύτερο: πως οι ράπερ δεν αρκούνται μόνο στο να αφιερώνουν στίχους ή ολόκληρα τραγούδια για θρύλους του ΝΒΑ, αλλά μπορούν να εμπλακούν με τις ομάδες επιχειρηματικά.
Από το 2004, ο Nelly υπήρξε συνιδιοκτήτης των τότε Charlotte Bobcats (νυν Charlotte Hornets), μέχρι να αναλάβει τα ηνία της ομάδας το Μάρτιο του 2010 ο θρύλος των Bulls, Michael Jordan. Τα χνάρια του Nelly ακολούθησε ένα χρόνο αργότερα και ο R&B καλλιτέχνης, Usher, επενδύοντας σε μετοχές των Cleveland Cavaliers. Μικρό ποσοστό μετοχών στους Memphis Grizzlies, διατηρεί και ο Justin Timberlake, ενώ από το 2011 ο πρώην «Fresh Prince of Bel-Air», Will Smith, έγινε μέτοχος των Philadelphia Sixers.
Σημαντικό ρόλο στην αναγέννηση του ΝΒΑ έπαιξε από το 2005 μέχρι το 2013 ο Jay-Z, με την ανάληψη της ιδιοκτησίας των Brooklyn Nets, ενθαρρύνοντας μάλιστα την τότε ομάδα του New Jersey να μετακομίσει στο Brooklyn με έδρα το εντυπωσιακό Barclays Center. Μετά την παραίτησή του από «αφεντικό» των Nets, ο Nεοϋορκέζος ράπερ ανέλαβε χρέη μάνατζερ της εταιρείας «Roc Nation Sports», εστιάζοντας κυρίως στην προώθηση παικτών του ΝΒΑ όπως ο Kyrie Irving και ο Kevin Durant, αλλά και αποκλειστικός παραγωγός του βιντεοπαιχνιδιού «NBA 2K13», δίνοντας με αυτό τον τρόπο την απαραίτητη hip hop αισθητική στο παιχνίδι.

Την ίδια χρονιά, οι Toronto Raptors ανακήρυξαν τον Drake ως τον global ambassador της ομάδας. Από τότε που ο διάσημος ράπερ ανέλαβε την ιδιότητα του παγκόσμιου πρεσβευτή των «δεινοσαύρων», η ομάδα του Καναδά έπιασε ταβάνι. Κατέκτησε για πρώτη φορά στην ιστορία της το πρωτάθλημα το 2019, είναι μια από τις πιο ανταγωνιστικές ομάδες της Ανατολικής Περιφέρειας και έχει ίσως την πιο παθιασμένη βάση οπαδών στο ΝΒΑ.
Τέλος, αξίζει να αναφερθεί και η ρηξικέλευθη απόφαση του δημοφιλούς ράπερ και ηθοποιού, Ice Cube, να ιδρύσει τον Ιανουάριο του 2017 το BIG3, μια λίγκα την οποία εμπνεύστηκε από τον Kοbe Bryant χάρη στους 60 πόντους που σκόραρε σε ένα ματς κόντρα στους Utah Jazz.
Το BIG3 με κομισάριο τον Hall of Famer, Clyde Drexler, αποτελείται συνολικά από 12 ομάδες παλαίμαχων παικτών του ΝΒΑ που παίζουν στο μισό γήπεδο αλλά διαφέρει αρκετά από το κλασικό 3-on-3 της FIBA ως προς τους κανονισμούς του. Για παράδειγμα, τα δίποντα και τα τρίποντα μετρούν κανονικά σε αντίθεση με το 3-on-3 όπου μετρούν για έναν και δύο πόντους αντίστοιχα, υπάρχει η δυνατότητα τετράποντου από τα 9,1 μ., ενώ νικήτρια ομάδα είναι εκείνη που θα σκοράρει πρώτη 50 ή παραπάνω πόντους έναντι των 21 -και πλέον- πόντων του 3-on-3.

Το αμερικανικό μπάσκετ είναι αναμφίβολα το πιο επιτυχημένο εξαγώγιμο άθλημα στον κόσμο, και σε αυτή την επιτυχία συνέβαλε καθοριστικά το Hip Hop γιατί η διαχρονική στενή σύνδεση των δύο αυτών μορφών ψυχαγωγίας δεν είναι μόνο τα τραγούδια που ακούγονται στο ζέσταμα των ομάδων ή στα highlights που συνοδεύουν κάθε συλλογικό ή ατομικό επίτευγμα. Αποτελεί ένα μέρος της λαϊκής κουλτούρας που αγκαλιάστηκε, διαδόθηκε, και θα συνεχίζει να διαδίδεται από γενιά σε γενιά.
